8/25/14

χ

Η άμμος τσουρουφλίζει,
η ακτή σπαρταράει
ο βυθός...



Ανέβηκα στο βράχο, <<επίπεδο δύο>> είπε. Πήγα κατευθείαν στο δύο. Σκαρφάλωσα γρήγορα και στοχευμένα. Όταν έφτασα να δω την απόσταση που με χωρίζει απο το βυθό που μόλις είχα κολυμπήσει δίστασα, το δέρμα μου είχε ήδη ζεσταθεί, ήμουν τουλάχιστον 1ο μέτρα πιο κοντά στον ήλιο. Η τραχιά επιφάνεια του βράχου με πίεζε, τρόμαξα. Δεν μπόρεσα να σταθώ ακριβώς στην άκρη και ίσως αυτό να είχε καθορίσει πολύ διαφορετικά το άλμα μου. Έπρεπε να πηδήξω ψηλά και μπροστά. Λύγισα τα πόδια μου, ένιωσα ακόμη πιο τραχιά την επιφάνεια πήρα μια γρήγορη ανάσα και πήδηξα με τα μάτια κλειστά (<<κοίτα εκεί που θες να πας, γιατί θα πας εκεί που κοιτάς>>). Τρύπησα το νερό βαθιά και η θερμοκρασία μου άλλαξε τόσο απότομα ώστε μεταμορφώθηκα . Βρισκόμουν πλέον στο αδιάκριτο σύμπαν, όλα ήταν θολά και πηχτά. Ένιωσα ενστικτωδώς μια παράλογη ασφάλεια, εμβρυακή. Μα δεν κράτησε πολύ. Τα πνευμόνια μου σύντομα με πρόδωσαν και μόλις άνοιξα τα μάτια μου στον ορίζοντα ένιωσα να με τσούζουν. Τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.


Τον είδα μια φορά ακόμη
δεν άκουσα τίποτα
μόνο ένα φόβο
και ένα αντίο.

...μα αφού όλα μάθαμε να τα καταδικάζουμε.