9/17/14

για τις άκοπες...

-Κάλεσε επειγόντως την πυροσβεστική, είπα.

Καθώς οι φλόγες γύρω μου σκοτείνιαζαν και θόλωναν τα πάντα, σκέφτηκα το πλήθος- κόκκινο. Ένα κόκκινο που δεν αντέχει χωρίς το πλήθος. Όχι όχι, δεν ήταν φωτεινό! μα τι θυμωμένο φάντασμα η φωτιά. Πάσχιζα να γλιτώσω τις ανάσες μου, τα λάφυρά μου πυρωμένα είχαν παραδοθεί σε έναν χορό σπινθηροβόλο. Έπαιρνα τις αποφάσεις που με επέλεγαν για να προλάβω το οξυγόνο. Πόσο ήταν; Πόσο ήταν;
- Όσο βιάστηκα.
Μπουκάρανε μέσα με φωσφοριζέ στολές΄,
 -επιτέλους φως, είπα!  
Ένας τραχύς θυμός και το ηδονικό άγγιγμα της απόγνωσης.

Με μια κίνηση σε 3 βήματα τα είχαν αλλάξει όλα.
 Η πίεση του νερού τίναξε απότομα τα πιο ελαφριά απ'τα αντικείμενά μου. Πετάγονταν απο 'δω κι από 'κει με μανία κι εγώ τα κοίταζα και ένιωθα σταγόνες απ'την εκτόξευση να μου επιτίθενται. Μια προκλητική μετακίνηση ή μια πρόσκληση στο βυθό. Έμαθα να λέω ΝΑΙ! και απόλαυσα την υδρόβια στιγμή μου σα να μην υπήρξε ποτέ βαρύτητα σε καμιά μου σκέψη ή φαντασία. Οι εκπνοές μου ήταν μαύρες και το σχήμα τους ήταν σπειροειδές. Μα τι χρειάζεται κανείς για να αναπνεύσει σε μια μάυρη σπείρα; 
-Αντοχή και Ανοχή, σκέφτηκα.


Όταν όλα είχαν πια τελειώσει και είχα αποσυμπιεστεί στην όρθια κατάσταση, κοίταξα αμέσως τη γυάλα με το χρυσόψαρο. Ανέγκιχτο μεσ'τη διάφανη γαλήνη του, κι έχοντας δει τα πάντα, ζουσε σε μια αδιαπέραστη ατμόσφαιρα, απαλλαγμένο απ' τους κομήτες της ανάμνησης. Άλλωστε, αυτό ήταν το μόνο χάρισμα που του δόθηκε, η λήθη.
 Ένα ανθεκτικό χρυσό ψάρι που διατηρούσε ακόμα αυτό το παιδικό βλέμμα τη απορίας.
Και τότε, 
αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου την αγνότητα. 




9/8/14

Θέλω να μας κάνω μέλι, να μας λιώσω σ' ένα όμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα

Χέρια λαιμός χείλη. 
Ένα,δύο,τρία μέτρησα τα ισχνά απομεινάρια μιας συνάντησης. 
Στο δάσος κορμοί δέντρων με ρωγμές στο χρόνο και σκισίματα. 
Ένα πλάσμα που χάθηκε απ'την αγέλη, με τα πεταλωτά του βήματα, προσπαθούσε να βρει έναν τόπο μαλακό στην κοιλιά του.
 Aγαπούσαν όλοι τότε.
 Άφηναν τα κορμιά στη θάλασσα, 
ελαφριά, βαθιά, μακροπρόθεσμα...
Ξεπερνούσε κάθε φαντασία αυτό το υπέροχο βουητό 
καθώς τα δέρματα αντιστέκονταν. 
Αργά τα σπλάχνα τους χάνονταν στη σιωπή του χρόνου, 
άνοιγαν τις παλάμες σα βατραχοπόδαρα δυνατά. 
Έπιαναν το φίλτρο της αθανασίας και κατάπιναν ήρεμα. 
Κάθε δυο λεπτά ξεψυχούσαν πνιγμένοι.










Σκίσε μου τη σάρκα και βγάλε ό,τι κρύβω κι ό,τι με φοβάται. 
Πάντα ευχόμουν σα παιδί ,με όλη την εμπιστοσύνη.