2/6/15

Σιωπές ΙV

Στις περίπλοκες καταστάσεις αποστροφής ενός νου, που συλλέγει και επιλέγει, που συνέχει και διαλύει τις ατίθασες, ριζοσπαστικές προοπτικές του, βρίσκομαι απίθανα λυπημένη με μόνο σύμμαχο την υπομονή.


Σε μια συνομιλία που είχα πρόσφατα με την οσφυική μου μοίρα, εκείνη μου είπε πως τον τελευταίο καιρό νιώθει πως γερνάει. Μου είπε μάλιστα πως είχε αρχίσει να πιστεύει πως αυτός ο κόσμος δεν ήταν πια για εκείνη και πως αν κάποιος ήταν βασιλιάς, εκείνη θα ήταν ο κηπουρός ή ένας απ' τους δύσμοιρους εργάτες στο κτίσιμο του παλατιού. Τότε εγώ απόρησα με την ανόητη αυτή σκέψη που της είχε μπει στο μυαλό δίχως να καταμετρά την αφοσίωση που της είχα δείξει εγώ σαν καρδιακή της φίλη τόσα χρόνια. Άρχισα λοιπόν, να της υπενθυμίζω μία-μία τις στιγμές που είχαμε μοιραστεί όλα αυτά τα χρόνια, σα να ήταν τα πιο εξαίσια συμβάντα στη ζωή μας. Για εκείνη τη μέρα που κυκλοφορούσαμε στο ξύλινο πάτωμα ευτυχισμένες ή για εκείνη την άλλη που εκτοξευόμασταν ρουφώντας τις ανάσες μας με μανία απ' τον πηχτό αέρα...
  Καθώς της έλεγα όλα αυτά για να την παρηγορήσω, εκείνη με αποκάλεσε χειριστική και ξεχασιάρα. Άρχισε να μου καταλογίζει τα πιο αισχρά εγκλήματα. Με κατηγόρησε για προδωσία και εγκατάλειψη.
 Τότε ένιωσα ένοχη που είχα καταδικάσει την επιθυμία της στο θάνατο ευθύς εξ' αρχής και προσπάθησα να λογοδοτήσω για τις αντιξοότητες των ημερών. Κλαίγοντας μου ζήτησε να μην ξεστομίσω άλλο τίποτα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, με ένιωσα σκισμένη στα δύο. Σωπαίνοντας και με τα χέρια μου να τρέμουν απο αγωνία μήπως  μ'εγκαταλείψει εκείνη πρώτη κατάπια όλες τις λέξεις και την αγκάλιασα σφιχτά. 

  <<Είναι ένα δύσκολο βράδυ, καλύτερα να περιμένουμε μέχρι αύριο...>>