5/26/15

Ineffable

Η αποδιάρθρωση δεν είναι καταστροφή είπε, κι εγώ την πίστεψα.

Πρίν κάποιους μήνες ήμουν εδώ, το θυμάμαι καλά. Θυμάμαι πώς έπιανα το χερούλι της πόρτας, πώς ανέβαινα τις σκάλες, πώς διέσχιζα το διάδρομο... Ήξερα που υπάρχουν παράθυρα, άκουγα τα έντομα να σκαρφαλώνουν στο περβάζι, είχα την αίσθηση της διαδρομής του ηλίου. 
 Αγαπούσα τη φαντασία και απεχθανόμουν την αλήθεια.

  Θα μπορούσα να πείσω τον οποιονδήποτε με ευφάνταστη, πειστική επιχειρηματολογία για τις πιο αυθαίρετες υποθέσεις μου, χωρίς να διαρραγεί ούτε στιγμή η ακλόνιτη εμπιστοσύνη του στην αντικειμενικότητα με την οποία περιέγραφα ένα συμβάν. Όμως εγώ ποτέ δεν αναφερόμουν σε συμβάντα. Ήξερα να χρησιμοποιώ καλά την τεχνική της εκκρεμότητας. Αυτό, ήταν μια επιχείρηση που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, πέραν των άλλων, και στον ίδιο μου τον εαυτό. Είχα ερωτευτεί την απειλή του εξέχοντος νοήματος σε κάθε τι, που δημιουργούσε προοπτικές στον ορίζοντα μιας σκέψης σε εκκρεμότητα και είχα παραδοθεί στην εξιχνιασή της. Αυτή η προ-οπτική, που πάντοτε επιζητούσε τον <<εν δυνάμει>> απελευθερωμένο εαυτό μου, σχεδόν κινηματικά όπως διαπιστώνω σήμερα, με καθοδηγούσε σιωπηλά σε παραβατικές συμπεριφορές. Ήθελα απεγνωσμένα, συνήθως με ιμπεριαλιστικές προθέσεις, να εισχωρήσω στα σώματα των εκάστοτε άλλων. Να τους κάνω πορώδεις, ευαίσθητους, να αφανίσω τις δερματικές μας επιφάνειες. Αντιλαμβάνεται κανείς τη δυσκολία του εγχειρήματος τώρα. Όλα αυτά στα οποία εμμονικά είχα παραθέσει τη σωματικότητά μου ήταν μια συλλογική προσπάθεια (ή μια συλλογή προσπαθειών) για να μπορέσω να απεγκλωβιστώ απ'αυτή την αφόριτη ενικότητα που με μαστίγωνε μανιωδώς και μου ήταν ιδιαίτερα βασανιστική.Πειθάρχισα λοιπόν εύκολα σ'αυτή μου την πεποίθηση.
  Έχει όμως περισσότερο ενδιαφέρον, ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούσα <<τουριστικά θέρετρα>> για τους εκάστοτε τουρίστες στη ζωή μου και το πώς εκείνοι τελικά ποτέ δεν μου ήταν αρκετοί διότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το βάρβαρο πολιτισμό μου(και αυτό ήταν μια ιδέα στην οποία πίστευα ακράδαντα ), πλήν όμως, πάντα άφηνα ανοιχτό το ενδεχόμενο της πληρότητας που ΘΑ μπορούσαν να μου προσφέρουν υπό άλλες συνθήκες, ίσως λιγότερο πολιτισμένες. Διότι οι συνθήκες είναι και θα είναι πάντα άλλες καθώς εγώ ποτέ δεν εμπιστεύτηκα τον παροντικό εαυτό μου σε αυτές και επομένως το <<αρκετά>> ποτέ δεν μου ήταν επαρκές. Μια συστηματική καλλιέργεια εξέχοντος/ μελλοντικού νοήματος βασισμένο μεν, απομακρυσμένο δε, απο τις πραγματικές διαστάσεις του συμβάντος. Σκέψεις βαλμένες σ' έναν μαραθώνιο που τεστάρει την αντοχή μου και που με την αναπόφευκτη άνοδο της θερμοκρασίας με βάζει στη διαδικασία της συνεχούς επαναρύθμισης όλων των σωματικών μου διεργασιών, στον εαυτό εκείνο που θα κάνει το επόμενο βήμα, που θα στάξει την περριτή σταγόνα ιδρώτα, που θα με αποτοξινώσει επιβεβαιώνοντας και αναγνωρίζοντας τη νιότη, τη ζωτικότητα και την ακάθεκτη παρουσία της αφελούς συνήθειας να υπάρχω βλαβερά.


( -συνεχίζεται...)

5/22/15

Η πόλη άδειασε και στη Δούριδος                                                                         -δυο γατιά
μας μοιάζουν.




Απ'το μπαλκόνι μου τα βλέπω όλα πιο ξεκάθαρα.





                                                          όσο αργείς συννεφιάζει...

5/12/15

Π.

Απλωμένα ρούχα,
μαϊντανός πάνω στο πλυντήριο,
κούπες στη βιβλιοθήκη.

Της έφεραν δώρο μια τσαγιέρα και όλοι χαρήκαμε. Εκείνη, με τις αφέλειες που κρύβουν το κούτελο, μας γιορτάζει. Τα μακριά της μαλλιά μαρτυρούν την εμπιστοσύνη της στην παιδικότητα. Όταν αγαπάει, μπερδεύει τον εαυτό της με τους άλλους, εγώ τη θαυμάζω. Άλλωστε, υπνοβατούμε η μια στις σκέψεις της άλλης καθημερινά, χωρίς πρόβλημα. Εγώ ακουμπώ τον αγκώνα μου στο μάτι της κι εκείνη δεν αντιδρά, υποχρεώνοντάς με να της είμαι πάντα ευγνώμον που αποδέχεται την αγριότητά μου. Δεν είναι ποτέ συνεπής στα λόγια, αλλά το βλέμμα της είναι το πιο αληθινό που έχω συναντήσει. Σε μένα δεν ξέρει να λέει ψέματα. Στο σπίτι δεν υπάρχουν κρυψώνες για εκείνη.
Όταν απελπίζεται, λαχανιάζει. Βγάζει έξω τη γλώσσα και με κοροϊδεύει. Μονίμως με κοροϊδεύει κι έτσι εγώ μόνο μαζί της νιώθω ασφάλεια. Ακόμη κι όταν λείπει, φροντίζει ν'αφήσει παντού τα ίχνη της, στο κρεβάτι, στο <<φουαγιέ>> , στο ποτήρι που αφήνει στο νιπτήρα για να είμαι πάντα σίγουρη πως δε μ'εγκατέλειψε.

Έχω τη φαντασίωση, πως ο αργός της ρυθμός συμβαίνει μόνο εδώ, όταν είναι με άλλους τη φαντάζομαι πάντα ανήσυχη...

5/5/15

Να μην τη μαρτυρήσεις...

 Σταυρώνω τα πόδια και σωπαίνω. Κοιτάζω τα χέρια, ανοίγω το στιγματισμένο μου βλέμμα διστακτικά και περιμένω. Παίρνω μια ακαριαία απόφαση.Ανέκφραστα ξεχειλίζω από ντροπή και παίρνω άλλη τροπή. Αλλάζω το σταυροπόδι, περιμένω. Προσπαθώ ν'ακούσω τα μικρά ροκανίσματα στο χιλιοπατημένο πάτωμα. Ανήσυχα περιφέρομαι στ' αχαρτογράφητα τοπία με τις μύτες των ποδιών μου, ν'απαρνηθώ εκείνα που αδίστακτα αποσιωπούν τις αιχμηρότερες επιθυμίες μου, να βρεθεί αυτός ο τρόπος να γλεντώ με τους κωφάλαλους. Ανήθικα. Σχηματίζω με την άκρη του ματιού μου τις διαδρομές που δε θα με διασχίσουν και πενθώ το κάθε βήμα για χάρη της υπακοής μου στην ανάρμοστη επιβλητικότητα που αποδέχτηκα να μου υπαγορεύει τις εξελίξεις μιας σύμ(πτωσης) που δε συνέβη. Γέρνω το σώμα μου μπροστά, να νιώσω το βάρος της ευθύνης, να μ'αγκαλιάσουν οι ανατριχιαστικές ιδέες στα μεσοδιαστήματα, ηδονικά. Απολαμβάνω στα στερημένα κλειστά μάτια, την τρυφερότητα μιας ακινησίας που με προδίδει ανελέητα. Σηκώνομαι αργά, τοποθετώ πιστά τον αποδιαρθρωμένο σκελετό μου, παραδίνομαι στη βαρύτητα και αποχωρώ δίχως υπόκληση. Σαν αίλουρος, έχοντας βραβευτεί για την καλύτερη υποκριτική ερμηνεία που κατάφερε να μην αποσπάσει ούτε ένα χειροκρότημα. 
Στη σιωπή μιας ανεγξέλεγκτης παράφρασης.

5/3/15

Έχω ένα εκατομμύριο σκέψεις δεμένες κόμπο που τις φυλάω για σένα. 
Κάθε μέρα συλλογίζομαι τη βαρύτητα και την αισχρότητα, την παράλογη εμπειρία της λογικής και της τύχης.

Στον μικρό μας τον τόπο εγώ κι εσύ,
 αφήνουμε τις μέρες πίσω μας σα σπόρους 
να θυμάται το χώμα αυτούς που ποτέ δεν ήταν εδώ.

Αρρ.

 Είμαι στο κρεβάτι, μπορώ να σας μιλήσω με μεγάλη λεπτομέρεια για την κατάσταση. Εγώ ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει σ'αυτό το σπίτι. Ξέρω πότε ο ένας πεινάει και πότε ο άλλος έχει άγχος. Ξέρω πως είναι η βαρεμάρα του καθενός, ξέρω την έκφραση που θα πάρει καθώς θα του πουν μια σαχλαμάρα, ξέρω. Ξέρω που ανήκει ο καθένας ανα πάσα στιγμή, ξέρω ποιος απολαμβάνει ποιον και πότε, ξέρω όλα τα μικρά μυστικά τους, ξέρω ποιους αγαπούν και για ποιους αδιαφορούν, ξέρω πως πλένουν τα δόντια τους, ξέρω τι σκέφτονται ακόμη και για τα μαλλιά τους.
Είναι όμως οι αβεβαιότητες που με συναρπάζουν περισσότερο.
 Ξαπλώνουμε στο μεγάλο μας κρεβάτι διαμελισμένοι και ζεστοί, πίνοντας χυμό απ τον ξεδιάντροπο αποχυμωτή μας που όλα έχει μάθει να τα εκμηδενίζει. Απολαμβάνουμε καθημερινά ελιξήρια ζωής κατευθυνόμενοι προς το θάνατο. Άφοβα, αποκλεισμένοι από τη μοναξιά, μη ξέροντας τίποτα παρά μόνον ο ένας τον άλλο. Κι αυτό μας αρκεί
 -.για να μην απελπιστούμε.