5/22/15

Η πόλη άδειασε και στη Δούριδος                                                                         -δυο γατιά
μας μοιάζουν.




Απ'το μπαλκόνι μου τα βλέπω όλα πιο ξεκάθαρα.





                                                          όσο αργείς συννεφιάζει...

5/5/15

Να μην τη μαρτυρήσεις...

 Σταυρώνω τα πόδια και σωπαίνω. Κοιτάζω τα χέρια, ανοίγω το στιγματισμένο μου βλέμμα διστακτικά και περιμένω. Παίρνω μια ακαριαία απόφαση.Ανέκφραστα ξεχειλίζω από ντροπή και παίρνω άλλη τροπή. Αλλάζω το σταυροπόδι, περιμένω. Προσπαθώ ν'ακούσω τα μικρά ροκανίσματα στο χιλιοπατημένο πάτωμα. Ανήσυχα περιφέρομαι στ' αχαρτογράφητα τοπία με τις μύτες των ποδιών μου, ν'απαρνηθώ εκείνα που αδίστακτα αποσιωπούν τις αιχμηρότερες επιθυμίες μου, να βρεθεί αυτός ο τρόπος να γλεντώ με τους κωφάλαλους. Ανήθικα. Σχηματίζω με την άκρη του ματιού μου τις διαδρομές που δε θα με διασχίσουν και πενθώ το κάθε βήμα για χάρη της υπακοής μου στην ανάρμοστη επιβλητικότητα που αποδέχτηκα να μου υπαγορεύει τις εξελίξεις μιας σύμ(πτωσης) που δε συνέβη. Γέρνω το σώμα μου μπροστά, να νιώσω το βάρος της ευθύνης, να μ'αγκαλιάσουν οι ανατριχιαστικές ιδέες στα μεσοδιαστήματα, ηδονικά. Απολαμβάνω στα στερημένα κλειστά μάτια, την τρυφερότητα μιας ακινησίας που με προδίδει ανελέητα. Σηκώνομαι αργά, τοποθετώ πιστά τον αποδιαρθρωμένο σκελετό μου, παραδίνομαι στη βαρύτητα και αποχωρώ δίχως υπόκληση. Σαν αίλουρος, έχοντας βραβευτεί για την καλύτερη υποκριτική ερμηνεία που κατάφερε να μην αποσπάσει ούτε ένα χειροκρότημα. 
Στη σιωπή μιας ανεγξέλεγκτης παράφρασης.

5/3/15

Έχω ένα εκατομμύριο σκέψεις δεμένες κόμπο που τις φυλάω για σένα. 
Κάθε μέρα συλλογίζομαι τη βαρύτητα και την αισχρότητα, την παράλογη εμπειρία της λογικής και της τύχης.

Στον μικρό μας τον τόπο εγώ κι εσύ,
 αφήνουμε τις μέρες πίσω μας σα σπόρους 
να θυμάται το χώμα αυτούς που ποτέ δεν ήταν εδώ.

Αρρ.

 Είμαι στο κρεβάτι, μπορώ να σας μιλήσω με μεγάλη λεπτομέρεια για την κατάσταση. Εγώ ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει σ'αυτό το σπίτι. Ξέρω πότε ο ένας πεινάει και πότε ο άλλος έχει άγχος. Ξέρω πως είναι η βαρεμάρα του καθενός, ξέρω την έκφραση που θα πάρει καθώς θα του πουν μια σαχλαμάρα, ξέρω. Ξέρω που ανήκει ο καθένας ανα πάσα στιγμή, ξέρω ποιος απολαμβάνει ποιον και πότε, ξέρω όλα τα μικρά μυστικά τους, ξέρω ποιους αγαπούν και για ποιους αδιαφορούν, ξέρω πως πλένουν τα δόντια τους, ξέρω τι σκέφτονται ακόμη και για τα μαλλιά τους.
Είναι όμως οι αβεβαιότητες που με συναρπάζουν περισσότερο.
 Ξαπλώνουμε στο μεγάλο μας κρεβάτι διαμελισμένοι και ζεστοί, πίνοντας χυμό απ τον ξεδιάντροπο αποχυμωτή μας που όλα έχει μάθει να τα εκμηδενίζει. Απολαμβάνουμε καθημερινά ελιξήρια ζωής κατευθυνόμενοι προς το θάνατο. Άφοβα, αποκλεισμένοι από τη μοναξιά, μη ξέροντας τίποτα παρά μόνον ο ένας τον άλλο. Κι αυτό μας αρκεί
 -.για να μην απελπιστούμε.